τοιχόχαρτο(ν)

τοιχόχαρτο(ν)
το обои

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τοιχόχαρτο(ν)" в других словарях:

  • τοιχόχαρτο — το, Ν χαρτί τοιχόστρωσης, ταπετσαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < τοίχος + χαρτί. Η λ., στον λόγιο τ. τοιχόχαρτον, μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»